ποίκιλση

η / ποίκιλσις, -ίλσεως, ΝΑ [ποικίλλω]
νεοελλ.
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ποικίλλω, η διακόσμηση με ποικίλματα, κεντήματα, το πλούμισμα
αρχ.
ποικίλη διαμόρφωση («νομίσαντα προς πάντα εἶναι χρησίμους τὰς τῶν ἀριθμῶν διανομὰς καὶ ποικίλσεις», Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ποίκιλση — η η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ποικίλλω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ποικιλία — Όρος που χρησιμοποιείται στη γεωπονία, για να χαρακτηρίσει ένα άθροισμα ατόμων, τα οποία διαφέρουν από τα υπόλοιπα άτομα του ίδιου είδους, ως προς ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Βοτανικώς αποτελεί υποδιαίρεση του είδους. Από όλες τις π. και… …   Dictionary of Greek

  • χρυσόνημα — το, ΝΜ είδος νήματος από χρυσό νεοελλ. επίχρυσο νήμα για την ποίκιλση υφασμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο) * + νῆμα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.